δάνειο

δάνειο
Οτιδήποτε (συνήθως χρηματικό ποσό) κάποιος δίνει ή λαμβάνει, με συμφωνία επιστροφής· ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε οικονομικές συναλλαγές, αλλά απαντάται επίσης μεταφορικά και σε άλλες περιπτώσεις. (Γλωσσ.) Γλωσσικό δ. καλείται το πέρασμα ενός φωνητικού, γραμματικού και λεξιλογικού στοιχείου από μία γλώσσα Α σε μία γλώσσα Β. Τα δ. είναι ένα φαινόμενο αλληλεπίδρασης μεταξύ γλωσσών και κοινωνιών που έρχονται σε επαφή. Ο όρος δ. υποδηλώνει όχι μόνο τη διαδικασία της μεταφοράς αλλά και το στοιχείο που με τον τρόπο αυτό μεταφέρθηκε: για παράδειγμα, η λέξη Ίντερνετ είναι δ. που προέρχεται από τα αγγλικά. Η μεταφορά μπορεί να γίνει από μία διάλεκτο σε μία επίσημη γλώσσα (ή αντίστροφα), μεταξύ δύο γλωσσών που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο από κοινωνιολογική άποψη, μεταξύ δύο γλωσσών του ίδιου επιπέδου, αλλά με διαφορετικό κύρος. Το δ. μπορεί να γίνει ανάμεσα σε γλώσσες που συγγενεύουν γενετικά και για τον λόγο αυτό είναι συχνά πολύ κοντά η μία στην άλλη. Έτσι, τα μεσαιωνικά αγγλικά δανείστηκαν πολλούς σκανδιναβικούς όρους που λίγο απείχαν από τους αγγλικούς. Αντίθετα, ο δανεισμός μπορεί να γίνει και μεταξύ γλωσσών που διαφέρουν και από γενετική και από τυπολογική άποψη. Το στοιχείο που μεταφέρθηκε μπορεί να είναι γραπτό (π.χ. οι κινεζικοί γραπτοί χαρακτήρες, που τους δανείστηκε η ιαπωνική), φωνητικό (π.χ. το φώνημα V ως αρχικό λέξης μπορεί να θεωρηθεί γαλλικό μεσαιωνικό δ. μέσα στο αγγλικό φωνολογικό σύστημα)· επίσης ένα μέρος των γαλλικών λέξεων που αρχίζουν από ca έχουν είτε διαλεκτική προέλευση, όπως η λέξη Cabri από το προβηγκιανό Cabrit,είτε ιταλική, όπως η λέξη cabane από το ιταλικό capanna,μορφολογικό, συντακτικό, φρασεολογικό. Το δ. μπορεί να είναι αυτούσιο. Ο όρος αφομοιώνεται συχνά (π.χ. η γαλλική λέξη redingote,που έδωσε τη νεοελληνική ρεντιγκότα,ξαναπλάστηκε από τις αγγλικές λέξεις riding coat,δηλαδή ένδυμα για ιππασία, προφερμένες με γαλλικό τρόπο)· σε άλλες περιπτώσεις ο όρος αφομοιώνεται, αλλά με ασταθή μορφή (π.χ. week - end, bifteck)·στις γλώσσες μπαντού οι δανεισμένοι όροι ενσωματώνονται μέσα σε μία από τις τάξεις (έτσι στη γλώσσα νιάνγκα η λέξη kamio = καμιόνι, στον πληθυντικό κάνει tumio). Το δ. μπορεί να είναι η προσαρμογή ενός συγγενικού όρου μέσα σε μια συγγενή γραμμή: η γαλλική λέξη cavalier (ιταλικής προέλευσης) δίπλα στη λέξη both υπερίσχυσε απέναντι στη λέξη bo. Το δ. μπορεί να είναι η αντιγραφή ενός ξένου όρου. Έτσι, το γαλλικό gratteciel και το νεοελληνικό αντίστοιχό του ουρανοξύστης έχουν αντιγραφεί από το αγγλοαμερικανικό sky scraper.Μπορούμε να έχουμε και ένα σημασιολογικό δ.: το γαλλικό ρήμα réaliser με τη σημασία εννοώ, καταλαβαίνω είναι σημασιολογικό δ. από το αγγλικό ρήμα realize. Το δ. μπορεί να ενσωματωθεί μέσα στη γλώσσα (έτσι στη γαλλική γλώσσα υπάρχουν στοιχεία με προέλευση ελληνική, λατινική κλπ., όπως τα thermopuper super,και στη νεοελληνική το πρώτο συνθετικό kapa ή οι καταλήξεις -λης και -τζης,που δηλώνουν επαγγελματίες και προέρχονται από την τουρκική) ή να μην ενσωματωθεί καλά (π.χ. η γαλλική λέξη planning περιέχει το επίθημα -ing που είναι αγγλικό και η χρήση του οποίου δεν είναι ελεύθερη· ή στα νεοελληνικά η λέξη τραμ που τελειώνει σε σύμφωνο το οποίο δεν είναι τελικό στη γλώσσα μας). Μπορούμε να έχουμε νοθογενή σύνθετα, όπως η γαλλική λέξη monolingue (ελληνική + λατινική), η αγγλική gentleness (λατινογενής + γερμανογενής), τα αγγλικά ζεύγη to sell/to vend = πουλώ, to stop/to cease = σταματώ, το shut/to close = κλείνω, όπου το πρώτο είναι αγγλοσαξονικό και το δεύτερο γαλλογενές. Κατά τον ίδιο τρόπο στα γαλλικά, στα νεοελληνικά και στα ρωσικά το λεξιλόγιο έχει διπλή προέλευση, λόγια και λαϊκή. Αυτό που έχει σημασία είναι να μην περιορίσουμε το δ. μόνο στον αυστηρά καθορισμένο λεξιλογικό τομέα. Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν μερικοί, γίνονται δ. και στον συντακτικό τομέα και γίνεται επίσης δανεισμός παραγωγικών επιθημάτων ή προθέσεων (ελληνικά -ισμός,γαλλικά -isme,αγγλικά -ism,γερμανικά -ismus). Το φαινόμενο του δανεισμού έχει διπλή προέλευση. Από τη μία πλευρά είναι το κύρος, η κοινωνικοπολιτιστική πίεση μιας κυρίαρχης ομάδας (έθνος, εθνότητα, ομάδα, τάξη)· έτσι το σταφυλικόr που αποκαλείται και παρισινό r, εξαπλώθηκε στη Γαλλία (όπου η διάδοσή του συνεχίζεται) και σε ένα τμήμα της Γερμανίας και εμφανίζεται συχνά ως πιο αριστοκρατικό από το r που πάλλεται και θεωρείται χωριάτικη προφορά. Με τον ίδιο τρόπο τα λεξιλογικά δ. μπορούν να διέπονται από τη μόδα, από ό,τι είναι σύμφωνο με τη γλώσσα της κοινωνικά προνομιούχας ομάδας. Έτσι, στη Γερμανία του 17ου αι., όπου η γαλλική ήταν η γλώσσα της αυλής, γινόταν λόγος για την alamodische Zeit (= η εποχή της μόδας) από τη γαλλική φράση à la mode,στη μεσαιωνική Αγγλία είχαν δανειστεί γαλλικές λέξεις σε τομείς όπως οι εκλεκτές τροφές (π.χ. butcher, mutton),η δικαιοσύνη (π.χ. judge, justice)ενώ το δανεισμένο από τις σκανδιναβικές γλώσσες λεξιλόγιο ανήκει στην καθημερινή ζωή (π.χ. sky = ο ουρανός, take = παίρνω). Ο άλλος βασικός παράγοντας δανεισμού είναι η ύπαρξη ανάγκης σε ορισμένους τομείς (τεχνολογικό, πειραματικό, θεωρητικό κλπ.). Έτσι οι λέξεις που αναφέρονται στην εξέλιξη του πολιτισμού προσφέρονται εξαιρετικά στον δανεισμό. Μετατρέπονται μαζί με το πράγμα που υποδηλώνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τις έννοιες και γενικά με την επιστημονική ορολογία. Έτσι, στα νέα ελληνικά έχουμε πλήθος από ξένες λέξεις, όπως πάρκινγκ, μετρό, κομπιούτερ κλπ. για να δηλώνουμε νέα αντικείμενα ή καινούργιες έννοιες. Ας προστεθεί ότι μερικές λέξεις περιοδεύουν γιατί αναφέρονται σε ασταθείς τομείς του κοινωνικοτεχνικού πεδίου: έτσι η γαλλική δανείστηκε τη λέξη bleu (που έδωσε τη νεοελληνική μπλε)από τις γερμανικές γλώσσες, ύστερα τη δάνεισε στην αγγλική (με τη μορφή blue).Από τα αγγλικά την πήρε η ιταλική (με το τύπο blu). Μερικές κοινότητες ανέχονται ευκολότερα από άλλες τα γλωσσικά δ. Επίσης, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι μερικές γλώσσες είναι ελάχιστα διστακτικές στη δημιουργία νέων όρων κάθε φορά που αισθάνονται την ανάγκη αυτή. Έτσι, η αγγλική σχηματίζει πολλούς νέους όρους, γιατί έχει και ορισμένα συντακτικά χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν τη δημιουργία αυτή. Αντίθετα, η γαλλική τις περισσότερες φορές αποκρούει τη δημιουργία νέων λέξεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε νεωτεριστική δραστηριότητα (βιομηχανική, θεωρητική, πολιτική κλπ.) προκαλεί την παραγωγή ιδιαίτερου λεξιλογίου, που την εμποδίζει κάπως μόνο η καθαρόλογος στάση απέναντι στους νεολογισμούς καθώς και ένα λεξιλογικό συμπίλημα μέσα στο οποίο παίζει σημαντικό ρόλο ο δανεισμός. Η νέα ελληνική γλώσσα έχει πάρα πολλά δ. από την ιταλική και από την τουρκική γλώσσα που μπήκαν στους αιώνες της ενετοκρατίας και της τουρκοκρατίας. Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες δανείστηκε πάρα πολλές λέξεις από τα γαλλικά και τα αγγλικά και συνεχώς δανείζεται, όπως όλες οι γλώσσες, για να δηλώσει νέα πράγματα και νέες έννοιες. (Εθνολ.) Ένα δ. στον τομέα αυτό, από μία κοινωνία Α σε μία κοινωνία Β, σπάνια περιορίζεται σε μια απλή ένταξη ενός ξένου πολιτιστικού στοιχείου στο κοινωνικό σύστημα που το υιοθετεί. Προκαλεί βαθιές αλλαγές, ακόμα και αναστατώσεις, που μπορούν να φτάσουν έως την καταστροφή της κοινωνίας αυτής. Στους Εσκιμώους, η εισαγωγή του τουφεκιού με διόπτρες αχρήστευσε τα εποχιακά ομαδικά κυνήγια, γιατί μπορούσαν πλέον να χτυπήσουν από μακριά το κυνήγι και δεν χρειαζόταν να στήνουν παγάνες. Ακολούθησε μια ολοκληρωτική αποσύνθεση της κοινωνικής ζωής και μια μαζική εξόντωση των ζώων, πράγμα που κάνει συχνότερους και σκληρότερους τους λιμούς απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ειδικοί και οι τεχνικοί που έχουν ως αποστολή την εισαγωγή νέων μορφών τεχνικής και συνεπώς νέων αντιλήψεων για τη ζωή στις χώρες που βρίσκονται στον δρόμο της ανάπτυξης, θα έπρεπε να έχουν κύρια μέριμνα τον υπολογισμό των κοινωνικών συνεπειών που δημιουργούν οι νεωτερισμοί αυτοί. Αυτό δεν είναι απλή υπόθεση όπως αυτή που διατύπωσε ο Αμερικανός εθνολόγος Μ. Μιντ στο βιβλίο του Πολιτιστικά πρότυπα και τεχνική πρόοδος (Cultural Patterns and Technical change, ΟΥΝΕΣΚΟ 1955)· γιατί και στην πράξη διαπιστώνεται ότι έχουν αποτύχει αξιόλογοι πειραματισμοί που δεν ακολούθησαν την παραπάνω αρχή. Πολυάριθμα είναι ωστόσο τα παραδείγματα πολιτιστικών δ. που πέτυχαν: η πατάτα και το καλαμπόκι, που εισήχθησαν από την Αμερική, άλλαξαν εντελώς τις γεωργικές παραδόσεις της Ευρώπης· το ίδιο και η χρησιμοποίηση του αλόγου από τους αυτόχθονες της Αμερικής. Στο θρησκευτικό πεδίο, τα δ. είναι επίσης συχνά, αλλά μια λατρεία ή μια θεότητα παίρνει διαφορετική σημασία και διαδραματίζει διαφορετικό ρόλο από αυτόν που είχε στη λατρεία της καταγωγής της: η γιόγκα στην Ευρώπη δεν είναι η ίδια με της Ινδίας και η λατρεία των αγίων στους ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής έχει ελάχιστα κοινά σημεία με τον σύγχρονο ευρωπαϊκό καθολικισμό. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει ένα φαινόμενο αντίθετο από το δ.: είναι η απόρριψη ή η άρνηση ενός λαού να δεχτεί την ενσωμάτωση στον πολιτισμό του ενός στοιχείου που ζητούν να του επιβάλλουν οι ξένοι. Μερικές φυλές του Αμαζονίου έγιναν εχθρικές προς τους αποίκους, ενώ δεν ήταν από παράδοση, για να προστατευτούν από μια επαφή η οποία θα τους οδηγούσε στην κοινωνική τους εξαφάνιση. (Νομ.). Δ. ονομάζεται το ποσό των χρημάτων που δίνει ή παίρνει κανείς με τη συμφωνία να το επιστρέψει· σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους (δανειστής) μεταβιβάζει στον άλλο (οφειλέτη) κατά κυριότητα αντικατάστατα πράγματα, συνήθως χρήματα ή τίτλους, και ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, καταβάλλοντας ή όχι ένα αντάλλαγμα (έντοκο άτοκο δ.). Το δ. σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό στηρίζεται στην προσωπική οικονομική πίστη του οφειλέτη και διακρίνεται από το ενυπόθηκο δ., που βασίζεται σε εμπράγματη ασφάλεια. Τόσο κατά το ρωμαϊκό δίκαιο όσο και κατά τον Αστικό Κώδικα (Α.Κ., άρθρα 806-809), η σύμβαση του δ. ανήκει στην κατηγορία των συμβάσεων που καταρτίζονται με δόσεις (re). Αν η δόση δεν συνοδεύει τη σύμβαση δ., η τελευταία είναι βέβαια έγκυρη, όχι όμως ως δ., αλλά ως προσύμβαση δ. Οπωσδήποτε, η δόση δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να είναι άμεση. Για παράδειγμα, κατά το ρωμαϊκό δίκαιο μπορεί να γίνει και «διά παραδόσεως βραχεία χειρί» (traditio brevi manu),δηλαδή με επιταγή του δανειστή προς τον οφειλέτη του σε τρίτον, ο οποίος γινόταν έτσι οφειλέτης. Αλλά και κατά το σύγχρονο δίκαιο, σύμβαση δ. μπορεί να καταρτιστεί με εκχώρηση απόκτησης, με επιταγή, με συναλλαγματική κλπ. Η σύμβαση του δ. είναι άτυπη. Εννοείται ότι όταν η δόση γίνεται με τρόπο που επιβάλλει την τήρηση ορισμένου τύπου (π.χ. οπισθογράφηση συναλλαγματικής), ο τύπος αυτός δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Σχετικά με τον χρόνο απόδοσης των δανεισθέντων, ο A.K. ορίζει ότι αυτή πρέπει να γίνει έναν μήνα μετά την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη, εκτός εάν ο χρόνος της απόδοσης έχει καθοριστεί συμβατικά ή συνάγεται από τις περιστάσεις. Το άτοκο δ. μπορεί να επιστραφεί και χωρίς καταγγελία. Σε περίπτωση υπηρεσίας χρηματικού δ. καταβάλλεται ο νόμιμος ή ο συμβατικός τόκος. Την απόδοση του δ. δεν επηρεάζει φυσικά το γεγονός της καταστροφής ή απώλειας των δανεισθέντων. Παραλλαγές ή ιδιαίτερα είδη δ. συναντώνται σε διάφορους κλάδους του δικαίου και ρυθμίζονται από ειδικές διατάξεις: γεωργικά δ., εμπορικά και ναυτικά δ., δ. με ανοιχτό λογαριασμό, τοκοχρεωλυτικά, ομολογιακά δ. κλπ. Το δ. συνάπτεται για να καλύψει ο δανειζόμενος (οφειλέτης) ανάγκες του που δεν μπορούν να καλυφθούν από τα έσοδά του. Στην πράξη, οι λέξεις δ. και πίστωση χρησιμοποιούνται συνήθως με την ίδια έννοια. Τα δ. διακρίνονται κυρίως σε ιδιωτικά και σε δημόσια, όταν αυτός που δανείζεται είναι το κράτος ή δημόσιοι οργανισμοί· σε βραχυπρόθεσμα, όταν συνάπτονται για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, σε μεσοπρόθεσμα, για χρονικό διάστημα μεταξύ ενός και πέντε ετών, και σε μακροπρόθεσμα, όταν συνάπτονται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Τα μακροπρόθεσμα είναι πολλές φορές ομολογιακά και εκδίδονται από τις τράπεζες ή απευθείας σε δημόσια εγγραφή, με ομολογίες στον κομιστή. Για να προσδιοριστεί η διάρκεια των δ. λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται η χρήση του προϊόντος τους, και οι δυνατότητες εξόφλησης καθώς και οι συνθήκες που επικρατούν στην κεφαλαιαγορά, κυρίως οι διαφορές των επιτοκίων· σε καταναλωτικά, όταν συνάπτονται για την κάλυψη τρεχουσών ή καταναλωτικών δαπανών (καταναλωτικά είναι και τα πολεμικά δ.) και σε παραγωγικά, για τη χρηματοδότηση επενδύσεων· σε προαιρετικά, όταν ο δανειστής είναι απόλυτα ελεύθερος να αποφασίσει εάν θα μετάσχει ή όχι στο δ., σε αναγκαστικά, στα οποία ασκείται κάποιος ηθικός εξαναγκασμός, και σε εθνικά, στα οποία είναι υποχρεωτική η συμμετοχή όλων των πολιτών. Μορφή ελληνικών αναγκαστικών δ. ήταν τα δ. του 1922 και του 1926, που βασίστηκε στην κοπή των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων· σε λαχειοφόρα, όταν μέρος του επιτοκίου δίνεται στους δανειστές με μορφή λαχνών· σε μετατρέψιμα δ. ανώνυμων εταιρειών, οι κάτοχοι των ομολογιών των οποίων μπορούν να τις μετατρέψουν σε μετοχές, σύμφωνα με ορισμένες προϋποθέσεις· σε εσωτερικά και σε εξωτερικά, όταν συνάπτονται στο εξωτερικό σε συνάλλαγμα. εξωτερικά δ. Η διεθνής κίνηση των κεφαλαίων, που έχει λάβει μεγάλη έκταση τα τελευταία χρόνια, γίνεται συνήθως με το σύστημα του διεθνούς δανεισμού. Οι πιο ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες παρουσιάζουν συσσώρευση κεφαλαίων, σε τρόπο ώστε να μειώνεται η αποδοτικότητά τους, γιατί τα επίπεδα των τόκων διαμορφώνονται χαμηλά. Αντίθετα, οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες έχουν έλλειψη κεφαλαίων και αυξημένες ανάγκες για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων, γεγονός που συντελεί στη διαμόρφωση υψηλών επιπέδων τόκων και συνακόλουθα ενθαρρύνει τη σύναψη δ., στον βαθμό που υπάρχουν τα εχέγγυα ασφαλείας για την επιστροφή των κεφαλαίων. Τα διεθνή δ. διακρίνονται σε ιδιωτικά όταν συνάπτονται από ιδιώτες και σε δημόσια όταν συνάπτονται από το Δημόσιο. Τα δημόσια εξωτερικά δ. γίνονται συνήθως με την έκδοση κρατικών ομολογιακών δ., που κυκλοφορούν στις χρηματαγορές μίας ή περισσοτέρων ξένων χωρών. Είναι δυνατόν να συνοδεύονται και από εγγυήσεις διεθνών οργανισμών ή άλλων (οικονομικά δυνατότερων) χωρών. Στον εξωτερικό δανεισμό προσφεύγουν τα κράτη όταν αντιμετωπίζουν δυσκολία στον εφοδιασμό τους με κεφάλαια από την εσωτερική πιστωτική αγορά. Είναι ένδειξη μικρής αποταμιευτικής βάσης και χαρακτηρίζει τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ο εξωτερικός δανεισμός θεωρείται ότι επιβαρύνει τις γενιές του μέλλοντος, αυτές που θα βαρύνονται με την εξόφλησή του, σε αντίθεση με τον εσωτερικό δανεισμό που αποτελεί διακίνηση κεφαλαίων μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κράτους, από τάξη σε τάξη. Έτσι, τα κράτη προσφεύγουν σε αυτή τη μέθοδο από ανάγκη, σε έκτακτες περιστάσεις, για την αντιμετώπιση δαπανών π.χ. πολέμου, θεομηνίας κλπ. ή για την εκτέλεση δημοσιονομικών προγραμμάτων σε έργα υποδομής. Μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο, για την αντιμετώπιση των τρομακτικών αναγκών πολλών χωρών που βγήκαν από αυτόν τελείως κατεστραμμένες οικονομικά, αλλά και για τη χρηματοδότηση έργων σε χώρες που παρουσίαζαν σημαντική οικονομική καθυστέρηση, προτάθηκαν και έγιναν δεκτά σχέδια της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ για τη δημιουργία διεθνών πιστωτικών οργανισμών. Έτσι, ιδρύθηκαν από τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών το 1944 οι δύο πρώτοι διεθνείς πιστωτικοί οργανισμοί: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (International Monetary Fund) και η Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (International Bank for Reconstruction and Development). Στη συνέχεια, το 1955 ιδρύθηκε ο Διεθνής Οργανισμός Χρηματοδότησης (International Financial Corporation) και, το 1958, το Ειδικό Ταμείο Οικονομικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (Special United Nations Fund For Economic Development). Τα δ. που χορηγούνται από τους διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς διακρίνονται, με βάση τον σκοπό και τη χρονική τους διάρκεια, σε δύο κατηγορίες: τα βραχυπρόθεσμα για την αντιμετώπιση άμεσων και πρόσκαιρων αδυναμιών και τα μακροπρόθεσμα για την ανασυγκρότηση κατεστραμμένων από τον πόλεμο οικονομιών ή τη δημιουργία έργων οικονομικής ανάπτυξης των καθυστερημένων χωρών. Τα πρώτα χορηγούνται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα δεύτερα από τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, τον Διεθνή Οργανισμό Χρηματοδότησης και το ειδικό Ταμείο Οικονομικής Ανάπτυξης. Τα δ. αυτά παρέχονται στα κράτη-μέλη των παραπάνω οργανισμών που εκπληρώνουν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η καταβολή εισφοράς, ο καθορισμός επίσημης ισοτιμίας του νομίσματος κλπ. Η Ελλάδα είναι μέλος των οργανισμών αυτών από την ίδρυσή τους. καταδολίευση δανειστών.Ποινικό αδίκημα με το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται ο οφειλέτης ο οποίος από πρόθεση ματαιώνει ολικά ή μερικά την ικανοποίηση του δανειστή του. Οι τρόποι που αναφέρονται για τη ματαίωση είναι η βλάβη, η καταστροφή ή η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου, με το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ο δανειστής· επίσης, με τη δημιουργία ψεύτικων χρεών ή ψεύτικων δικαιοπραξιών. Εκτός από την ποινική δίωξη του οφειλέτη, η δικαιοπραξία που γίνεται με τον σκοπό της καταδολίευσης των δανειστών μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να ακυρωθεί. Πρώτη προϋπόθεση είναι η γνώση του τρίτου ότι υπήρχε οφειλή και ότι τα περιουσιακά στοιχεία που απομένουν στον οφειλέτη μετά τη δικαιοπραξία δεν επαρκούν για την ικανοποίηση του δανειστή. Υπάρχει όμως και τεκμήριο γνώσης για τους συμβαλλόμενους συγγενείς της ευθείας γραμμής ή της πλάγιας αίματος και αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό, όταν η αγωγή για τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας γίνει μέσα σε προθεσμία ενός χρόνου. Όταν η απαλλοτρίωση του πράγματος γίνεται για χαριστική αιτία (δηλαδή χωρίς αντάλλαγμα), δεν απαιτείται γνώση του τρίτου. «Οι δύο τοκογλύφοι», πίνακας του Μ. Βαν Ραϊμέρσβαλ. Οι θεολόγοι του Μεσαίωνα θεωρούσαν τον δανεισμό με τόκο μεγάλο αμάρτημα και τον καταδίκαζαν. Ομολογία λαχειοφόρου δανείου 200.000.000 δραχμών, του 1925. Τη δεκαετία του 1990 παρατηρήθηκε μία αλόγιστη χορήγηση καταναλωτικών δανείων, άμεσων και έμμεσων (πιστωτικές κάρτες), κάτι το οποίο μεταβλήθηκε σε οξύ κοινωνικό πρόβλημα.
* * *
το (AM δάνειον, Α και δάνιον) [δάνος]
χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος με την υποχρέωση να τό επιστρέψει ολόκληρο ή με δόσεις με ή χωρίς τόκο («παίρνω δάνειο», «συνάπτω δάνειο», «χορηγώ δάνεια», «δίνω δάνειο» κ.λπ.)
νεοελλ.
φρ.
1. «εξωτερικό δάνειο» — το ποσό που δανείζεται το κράτος από ξένη χώρα ή οικονομικό οργανισμό
2. «εσωτερικό ή δημόσιο δάνειο» — το δάνειο που συνάπτει το κράτος για να καλύψει γενικές ή ειδικές δαπάνες τού προϋπολογισμού
3. «λαχειοφόρο δάνειο» — αυτό που παρέχει δικαίωμα συμμετοχής σε κλήρωση λαχείου
4. «αναγκαστικό δάνειο» — εκείνο που επιβάλλεται από το κράτος
5. «δάνειο βραχυπρόθεσμο» — με διάρκεια ώς δώδεκα μήνες
6. «δάνειο μακροπρόθεσμο» — με διάρκεια μεγαλύτερη τού έτους
7. «τόν έφαγαν τα δάνεια» — είναι καταχρεωμένος, χρωστάει πάρα πολλά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • δάνειο — το ποσό χρημάτων που δίνει ή παίρνει κανείς με επιστροφή και με τόκο και η σχετική συμφωνία που υπογράφει: Αγόρασε το σπίτι του με στεγαστικό δάνειο από την τράπεζα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λαχειοφόρο δάνειο — Έκδοση ομολογιών δανείου σε συνδυασμό με λαχείο. Τα λ.δ. συνάπτονται σε εποχές και σε χώρες που η προθυμία του κοινού για εγγραφή στα δημόσια δάνεια δεν είναι μεγάλη. Έτσι, η παροχή λαχείου αποτελεί κίνητρο για την κάλυψη των δημόσιων δανείων. Βλ …   Dictionary of Greek

  • θαλασσοδάνειο — το 1. δάνειο με υψηλό τόκο που παρεχόταν σε πλοιοκτήτη ή φορτωτή, ενώ η επιστροφή του εξαρτούνταν από την αίσια έκβαση ναυτικής επιχείρησης 2. δάνειο με πολύ μεγάλο τόκο τού οποίου η απόδοση δεν είναι σίγουρη λόγω τού ότι ο οφειλέτης δεν είναι… …   Dictionary of Greek

  • ναυτικός — ή, ὁ (ΑΜ ναυτικός, ή, όν) [ναύτης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο πλοίο ή στη ναυτιλία 2. το αρσ. ως ουσ. ο ναυτικός αυτός που εργάζεται σε πλοίο είτε ως απλός ναύτης είτε ως βαθμοφόρος 3. το θηλ. ως ουσ. η ναυτική γνώση και εμπειρία ή… …   Dictionary of Greek

  • οίνος — ο (ΑΜ οἶνος) 1. το οινοπνευματούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση τού γλεύκους τών νωπών σταφυλιών, το κρασί (α. οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου», ΠΔ β. «άκρατος οίνος» ανέρωτο κρασί γ. «ρητινίτης οίνος») 2. το ποτό που παράγεται από τη ζύμωση …   Dictionary of Greek

  • παλλακή — η (ΑΜ παλλακή) η γυναίκα που συζεί με άνδρα χωρίς νόμιμο γάμο, η παλλακίδα («πολλὰς κουριδίας γυναῑκας, πολλῷ δὲ πλεῡνας παλλακάς», Ηρόδ.) αρχ. πιθ. νεαρή κόρη, κοπέλα, νεανίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η υπόθεση ότι πρόκειται για σημιτικό… …   Dictionary of Greek

  • αδάνειστος — η, ο 1. αυτός που δε δόθηκε ως δάνειο: Δεν έχει άλλα χρήματα αδάνειστα. 2. αυτός που δε ζήτησε ή δεν πήρε δάνειο: Οι περισσότεροι πήραν δάνειο από την τράπεζα, πολύ λίγοι έμειναν αδάνειστοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άσαρον — ἄσαρον, το (Α) (είδος φυτού) «νάρδος η αγρία» (Σούδα). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η λ. είναι πιθ. δάνειο από τη Σημιτική. Κατ άλλους είναι θρακικής προελεύσεως δάνειο από ΙΕ. ρίζα *ak «αιχμηρός, οξύς, μυτερός», η οποία δικαιολογείται ή από το …   Dictionary of Greek

  • έκχρησις — ἔκχρησις (Α) εκδανεισμός, δάνειο χρημάτων χωρίς τόκο ή δάνειο πραγμάτων για να χρησιμοποιηθούν και κατόπιν να επιστραφούν …   Dictionary of Greek

  • έρανος — ο (AM ἔρανος) μσν. νεοελλ. συγκέντρωση συνεισφορών σε είδος ή χρήμα για κοινωφελή ή φιλανθρωπικό σκοπό αρχ. 1. συμπόσιο με κοινή συνεισφορά τών συνδαιτημόνων 2. δείπνο, συμπόσιο, γιορτή 3. ποσό για υποστήριξη κάποιου, φιλικό δάνειο 4. άτοκο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”